Wednesday, March 20, 2019
Home / Συνέδρια / 13o Συν.Ρόδου “Περιβάλλον-Τουρισμός-Χωροταξία”

13o Συν.Ρόδου “Περιβάλλον-Τουρισμός-Χωροταξία”

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος γίνεται όλο και πιο επίκαιρο.

Δεν είναι μόνο αίτημα ευαισθητοποιημένων οργανώσεων και κοινωνικών φορέων ή απαίτηση συνειδητοποιημένων πολιτών, αλλά βρίσκεται και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αρμοδίων αρχών.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος είναι μία υπαρκτή πραγματικότητα, το θεσμικό πλαίσιο αναμορφώνεται με οικολογικές αναφορές και γενικά οι λέξεις περιβάλλον, βιώσιμη και αειφόρος ανάπτυξη είναι πια στην ημερήσια διάταξη.

Βέβαια δε φτάσαμε τυχαία σ’ αυτή την πραγματικότητα.

Έπρεπε η χώρα μας, η Ευρώπη, ολόκληρος ο κόσμος να υποστεί τις συνέπειες της υποτίμησης των ζητημάτων αυτών για να αρχίσει ο προβληματισμός.

Η διαμόρφωση – έστω και καθυστερημένα – οικολογικής συνείδησης – στο βαθμό φυσικά που είναι πραγματική και ειλικρινής – αποτελεί ασφαλώς μια θετική εξέλιξη- αναγκαία για να αντιμετωπίσουμε τα τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα που κληρονομήσαμε.

Δυστυχώς όμως πρέπει να κάνουμε κι’ άλλη μια διαπίστωση:

Η θετική πλευρά που αναφέρθηκε παραπάνω δεν αντανακλάται στην πράξη με έργα στο επιθυμητό επίπεδο. Για να μην πούμε ότι τουλάχιστον στη χώρα μας υπάρχει ακόμα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα που ζούμε.

Η Ρόδος είναι ένα από τα παραδείγματα αυτής της ασυνέπειας. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι η Ρόδος μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα ήταν ένας ζηλευτός τόπος. Αποτελούσε το σημαντικότερο τουριστικό προορισμό της χώρας μας και από τους πλέον αξιόλογους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Ήταν η περίοδος όπου οι όροι περιβάλλον – τουρισμός – χωροταξία ισορροπούσαν.

Το περιβάλλον – φυσικό και δομημένο – είχε παραμείνει σχεδόν άθικτο, ο τουρισμός ήταν ποιοτικός και ελεγχόμενης κλίμακας ενώ μπορούμε να πούμε ότι και σε επίπεδο χωροταξίας υπήρχε αφ’ ενός μια φροντισμένη οργάνωση του χώρου που κληρονομήθηκε από την ιταλική περίοδο και αφ’ ετέρου το ήπιο ακόμα επίπεδο ανάπτυξης δεν είχε ανατρέψει τις ισορροπίες του παρελθόντος.

Ακολούθησε μια περίοδος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα η οποία έφερε στο νησί μας δραματικές αλλαγές, που διατάραξαν ανεπανόρθωτα τις προηγούμενες ισορροπίες. Το χουντικό διάλειμμα ασφαλώς έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην υποβάθμιση του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος και τη στρεβλή ανάπτυξη.

Ωστόσο ούτε η μεταπολιτευτική εποχή δεν κατάφερε να συνεφέρει τα πράγματα, παρά μόνο αποσπασματικά.

Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στους σταθμούς και τα αίτια που σημάδεψαν την ανάπτυξη της πόλης κατ’ αρχή και του νησιού στη συνέχεια, μπορούμε να αναφέρουμε τα ακόλουθα :

  • Το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Ρόδου του ‘56 και τα διατάγματα όρων δόμησης του ‘63 που παρέκαμπταν παντελώς το θέμα της προστασίας των παραδοσιακών της συνοικιών (Μαράσια), τόσο σε επίπεδο ρυμοτομικού σχεδίου όσο και όρων δόμησης, ενώ με τους υψηλούς Σ.Δ. τροφοδοτήθηκε η κατεδάφιση αξιόλογων κτιρίων στο κέντρο της πόλης.
  • Το διάταγμα του ‘61 για την Παλιά Πόλη της Ρόδου το οποίο πρόβλεπε εκτεταμένες ρυμοτομήσεις και διανοίξεις νέων δρόμων. Το ρυμοτομικό αυτό σχέδιο εξακολουθεί να παραμένει ΄΄παγωμένο΄΄ μέχρι σήμερα αρνούμενοι να το υλοποιήσουν τόσο οι υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ. όσο και του Δήμου μεταγενέστερα.
  • Τα ειδικά διατάγματα για Ξενοδοχεία (1966-1970) έξω από την κλίμακα των συνοικιών της πόλης με Σ.Δ. υπερδιπλάσιους από τους επικρατούντες.
  • Οι διατάξεις για την ελεύθερη δόμηση (ΑΝ 395/68) με τις οποίες κτίσθηκαν πολυώροφα ξενοδοχεία στην περιοχή της Ιξιάς .
  • Ο Α.Ν. 395/68 που πρόσθεσε Σ.Δ. σ’ όλα τα κτίρια με αρνητικές συνέπειες, κυρίως στις παλιές συνοικίες.
  • Το διάταγμα του ‘72 που επέτρεπε την κατεδάφιση όλων των κτιρίων της παραλιακής ζώνης, από το Ενυδρείο – το Ξεν/χείο των Ρόδων- το ΕΛΛΗ μέχρι και το ΝΟΡ, ώστε στη θέση τους να ανεγερθούν νέες τουριστικές μονάδες (που ευτυχώς δεν πρόλαβαν να υλοποιήσουν αυτοί που το εμπνεύσθηκαν).
  • Τα διατάγματα της εκτός σχεδίου δόμησης που έδωσαν τη δυνατότητα να κατακλυστεί όλη η ύπαιθρος, παραλιακές εκτάσεις, λόφοι, δασικές περιοχές και κατά μήκος των οδικών αξόνων με πλήθος κτισμάτων που, εκτός από τη διατάραξη της φυσικής συνέχειας της υπαίθρου και την αλλοίωση του περιβάλλοντος, δημιούργησαν εστίες κοινωνικής απομόνωσης και ένα σύστημα άναρχης ανάπτυξης.
  • Η υπεραστικοποίηση του βόρειου τμήματος του νησιού – ως αναπόφευκτη συνέπεια της έλλειψης σχεδιασμού – που ξεπέρασε τις φυσικές αντοχές της περιοχής.
  • Ο Ν. 1262/82 στο βαθμό που τροφοδότησε πλήθος τουριστικών μικροεπενδύσεων χωρίς ποιοτικές απαιτήσεις και σε περιοχές χωρίς υποδομές.
  • Η ανάπτυξη τουριστικών εγκαταστάσεων εκτός σχεδίου χωρίς κανένα σχεδιασμό και κατά συνέπεια χωρίς φροντίδα στοιχειωδών έστω υποδομών, όπως δρόμων και πεζοδρομίων με επαρκές πλάτος, Κ.Χ., προσβάσεων προς τη θάλασσα, αποχετευτικών συστημάτων κ.λ.π. Αυτές οι αδυναμίες είναι εμφανείς σ’ όλα τα τουριστικά θέρετρα που διαδοχικά αναπτύχθηκαν στο νησί, με αρχή την περιοχή Φανερωμένης και Ιξιάς, ακολούθησαν το Φαληράκι, η παραλιακή ζώνη της Ιαλυσού, τα Κολύμπια, οι Πεύκοι, η παραλία Λάρδου, το Χαράκι κ.λ.π.
  • Η μη θέσπιση ειδικών όρων δόμησης στα χωριά της Ρόδου με συνέπεια την καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους των παραδοσιακών τους πυρήνων και η επέκταση των οικισμών με απρόσωπες κατασκευές, εντελώς ξένες προς το χαρακτήρα του νησιού. Εξαίρεση αποτέλεσαν μόνο οι ελεγχόμενοι από το Υ.Π.Π.Ο. οικισμοί Λίνδου και Π.Πόλη της Ρόδου οι οποίοι περισώθηκαν με μικρές αλλοιώσεις. Αντίθετα και οι λίγοι οικισμοί που κηρύχθηκαν διατηρητέοι από το ΥΠΕΧΩΔΕ αλλοιώθηκαν ανεπανόρθωτα.
  • Οι εκποιήσεις δημοσίων ακινήτων, που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, με κριτήρια αποκλειστικά εισπρακτικά – χωρίς προηγούμενη χωροταξική αλλά και αναπτυξιακή διερεύνηση – καθώς και το ανεξέλεγκτο και αμαρτωλό των «εξαγορών» δημοσίων κτημάτων με το Ν. 719/77, που αντί να χρησιμοποιηθούν ως καλλιεργήσιμες γαίες μετατράπηκαν σε οικόπεδα για τουριστική εκμετάλλευση. Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγάλο ποσοστό των εξαγορών επικεντρώνεται σ’ όλο το μήκος των ανατολικών ακτών του νησιού -όπου η θάλασσα είναι πλεονεκτική- πράγμα που είχε ως συνέπεια να συμπαρασύρει και τις γύρω αγροτικές εκτάσεις στο χορό της άναρχης τουριστικής αξιοποίησης.
  • Η ανυπαρξία κρατικού μηχανισμού στον έλεγχο της οικοδομικής δραστηριότητας και η ανοχή του στην αυθαίρετη δόμηση που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δραματική επιδείνωση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στο νησί.
  • Οι αδυναμίες της ίδιας της Τ.Α. σε επίπεδο αρμοδιοτήτων, πόρων αλλά και οργάνωσης, στελέχωσης ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα και συγκροτημένα τα σύνθετα προβλήματα του χώρου ευθύνης της. Η πολυδιάσπαση της Τ.Α. υπήρξε και είναι ακόμα πρόσθετος ανασταλτικός παράγοντας.
  • Η εγκατάλειψη και η έλλειψη φροντίδας και συντήρησης σημαντικών κτιριακών συγκροτημάτων του παρελθόντος και ιδιαίτερα της ιταλικής περιόδου (π.χ. Νερά Καλλιθέας, Προφήτης Ηλίας, κτίρια στο Μαντράκι … ) που φορτώνει με τεράστιες ευθύνες την εποχή μας, η οποία από την άλλη μεριά δεν έχει να επιδείξει κάτι το αξιόλογο σε επίπεδο σύγχρονης αρχιτεκτονικής ή έργων εμβέλειας
  • Η μη ολοκλήρωση σημαντικότατων έργων υποδομής όπως το κύριο οδικό δίκτυο του βορείου τριγώνου του νησιού, το λιμάνι, τη μαρίνα, οι ελλείψεις στο αεροδρόμιο, οι καθυστερήσεις στο ζήτημα της αποχέτευσης με βιολογικούς και την οργάνωση ΧΥΤΑ σ’ όλο το νησί κ.λ.π. διόγκωσαν περαιτέρω τα προβλήματα.
  • Οι ανεξέλεγκτες εξορύξεις και η λειτουργία λατομικών εγκαταστάσεων σε ευαίσθητες περιοχές καθώς και οι μεμονωμένες καταστροφικές παρεμβάσεις στο φυσικό ανάγλυφο με τεράστιες εκσκαφές ή επιχωματώσεις για οικιστική αξιοποίηση.
  • Οι αλλεπάλληλες πυρκαγιές στο νησί χωρίς ουσιαστικά μέτρα αποκατάστασης των ζημιών.
  • Θα μπορούσε να απαριθμήσει κανείς κι άλλες αδυναμίες όπως για παράδειγμα το θέμα της καθαριότητας που είναι απαράδεκτη και μέσα στους οικισμούς και στην ύπαιθρο, στις παραλίες, στη θάλασσα, παντού.

Από τους ελάχιστους τομείς που αντιστάθηκαν και μάλιστα αποτελεσματικά σ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο ήταν οι υπηρεσίες του ΥΠΠΟ -με εξαίρεση την υποτίμηση της αντιμετώπισης των νεώτερων οικισμών όταν ήταν δεδομένη η αδράνεια των Υπουργείων Οικισμού και Περιβάλλοντος, μέχρι τη δεκαετία του ΄80. Υπήρξαν βέβαια κι άλλοι φορείς του δημοσίου που προσπάθησαν – άσχετα από τα όποια αποτελέσματα είχαν, που ήταν πάνω από τις δυνατότητές τους και ανάγονται στις αδυναμίες του Ελληνικού κράτους – όπως για παράδειγμα οι υπηρεσίες του δασαρχείου.

Μπροστά στα συσσωρευμένα αυτά προβλήματα η πιο ελπιδοφόρα προσπάθεια για ανακοπή και αναστροφή των εξελίξεων ήταν το ξεκίνημα της Ε.Π.Α. το 1983. Ο Ν. 1337/83 έθεσε πραγματικά τις βάσεις για μια άλλη ανάπτυξη, δίνοντας έμφαση στα ζητήματα της ποιότητας ζωής και του περιβάλλοντος.

Δυστυχώς όμως, η όλη προσπάθεια δεν ολοκληρώθηκε ακόμη μέχρι και σήμερα.

Εγκρίθηκαν σταδιακά Γ.Π.Σ. στην πόλη της Ρόδου και στους 7 μεγαλύτερους οικισμούς, χωρίς να συνταχθούν και να θεσμοθετηθούν παράλληλα όλες οι προβλεπόμενες από τα Γ.Π.Σ. πολεοδομικές μελέτες εφαρμογής.

Έτσι και τα όποια θετικά μέτρα των Γ.Π.Σ. παρέμειναν περισσότερο ως ευχολόγια, χωρίς συγκεκριμένο αντίκρισμα.

Σε επίπεδο χωροταξικού σχεδιασμού, μετά τις γενικόλογες προτάσεις χωροταξικής οργάνωσης της Δωδ/σου που συνέταξε το ΥΠΕΧΩΔΕ το 1984 -που δεν θεσμοθετήθηκαν- και την χωροταξική μελέτη για την ανάπτυξη της νότιας Ρόδου (1988) – που ναυάγησε – το 1996 ανατίθεται η σύνταξη της Ε.Χ.Μ. νήσου Ρόδου. Αυτή βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη αλλά με αβέβαιη την τελική της τύχη, εξαιτίας και της έντονης αμφισβήτησής της από τοπικούς παράγοντες, πέραν των αδυναμιών της ίδιας της μελέτης η οποία περιορίζεται στη Νότια Ρόδο και θεσμικά προβλέπει δεσμεύσεις μόνο μέσω ΖΟΕ.

Κατά τις συζητήσεις της μελέτης αυτής ήταν έκδηλες οι αντιφάσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπου κανένας δεν αμφισβητούσε μεν την αναγκαιότητα της μελέτης, αλλά που ταυτόχρονα την απέρριπταν οι περισσότεροι, χωρίς ουσιαστικές αντιπροτάσεις.

Οι ενστάσεις δε που κατατέθηκαν είχαν κυρίως αναφορά στην άρνηση του ελέγχου της εκτός σχεδίου δόμησης, δηλ. ουσιαστικά στην άρνηση εν τέλει του χωροταξικού σχεδιασμού.

Οι παραπάνω αδυναμίες σε επίπεδο σχεδιασμού δεν είναι φυσικά φαινόμενο τοπικό. Έχουν ευρύτερες προεκτάσεις και ανάγονται στις καθυστερημένες δομές του Ελληνικού κράτους, την έλλειψη πολιτικής βούλησης και το πελατειακό σύστημα που έδρασαν ανασταλτικά και οδήγησαν στο αναχρονιστικό, ελλιπές και αναποτελεσματικό σημερινό θεσμικό και διοικητικό πλαίσιο, το οποίο βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τις απαιτήσεις και τις ραγδαίες εξελίξεις της σύγχρονης εποχής.

Πράγματι είμαστε η μοναδική ίσως χώρα της Ευρώπης χωρίς θεσμοθετημένα χωροταξικά σχέδια ούτε σε κεντρικό επίπεδο ούτε σε περιφερειακό επίπεδο. Τελευταία υπάρχει μια κινητικότητα στο θέμα, κάτω ίσως από την πίεση του Σ.τ.Ε. που επικαλούμενο το Σύνταγμα απαιτεί χωροταξικά σχέδια. Έτσι έπρεπε να φθάσουμε στο 1999 για να ψηφισθεί Νόμος για το Χωροταξικό Σχεδιασμό και την Αϊφόρο Ανάπτυξη, με δεδομένη την ανεπάρκεια του προϋπάρχοντος θεσμικού πλαισίου.

Η αδυναμία ακριβώς της πολιτείας να δώσει αξιόπιστες λύσεις και να αντιμετωπίσει έγκαιρα την οργάνωση του χώρου οδηγεί τους πολίτες, στην αναζήτηση προσωπικών – εφικτών και άμεσων λύσεων – με όλες τις αντιφάσεις που αυτό συνεπάγεται και κυρίως σε ότι αφορά τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την ορθολογική ανάπτυξη.

Η έλλειψη εξ’ άλλου και της κατάλληλης παιδείας είναι εμφανής στη χώρα μας έτσι όπως εκδηλώνεται στα οικιστικά θέματα.

Οι συνέπειες της άναρχης ανάπτυξης στην περιοχή μας υπήρξαν, όπως αναφέρθηκε, καταλυτικές ιδίως σε ότι αφορά το περιβάλλον, που κατά τα άλλα αποτελεί και την πρώτη ύλη για την τουριστική ανάπτυξη.

Μπορεί η Ρόδος να αποτελεί τον πρώτο τουριστικό προορισμό στη χώρα μας. Κι όμως η πρωτιά αυτή είναι παραπλανητική. Αντανακλά βέβαια την ισχυρότατη εμβέλεια που έχει η φήμη της, η οποία έρχεται από τα παλιά και που στηρίχθηκε σε δύο σημαντικότατους πόρους: τη σπουδαία φύση-κλίμα και τον πλουσιότατα μνημειακό της πλούτο.

Η πραγματικότητα όμως αυτή, της πρωτιάς δηλαδή, στηρίζεται σε πάμφθηνα τουριστικά πακέτα και σε χαμηλής ποιότητας μαζικό τουρισμό με όλες τις αναπόφευκτες παρενέργειες που έχει αυτό το μοντέλο στο επίπεδο της ανάπτυξης.

Η μεταπολεμική εξέλιξη της Ρόδου αποδεικνύει πως δεν έχουμε επίγνωση του μεγέθους και της βαρύτητας του πλούτου που κληρονομήσαμε και τη σημασία που έχει για το παρόν και το μέλλον της περιοχής μας.

Έτσι η Ρόδος του σήμερα, δεν είναι υπερβολή να λέμε, ότι περνά μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας της. Έπαψε πια να ζει εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέσης που σημάδεψε την ιστορία της και ταυτόχρονα υπονομεύει με ταχύτατους ρυθμούς τους πόρους που κληρονόμησε, φυσικούς και ανθρωπογενείς που δυστυχώς δεν αναπληρώνονται.

Πιστεύουμε πως αν δεν συνειδητοποιηθεί σε βάθος αυτή η πραγματικότητα το μέλλον της Ρόδου δε θα αποφύγει την μετριότητα και θα πρέπει να δίνει δύσκολους αγώνες επιβίωσης μέσα από τον σκληρότατο ανταγωνισμό που επιφυλάσσει η σύγχρονη εποχή και η παγκοσμιοποίηση.

Για το λόγο αυτό οφείλουμε να κάνουμε μια νηφάλια και σε βάθος αυτοκριτική της μεταπολεμικής μας ιστορίας και ιδιαίτερα των τελευταίων 30 χρόνων, που ήταν σημαδιακά για τα σημερινά αδιέξοδα.

Φυσικά έχουμε επίγνωση της νέας πραγματικότητας της εποχής μας, που διαφέρει ριζικά από τις συνθήκες ανάπτυξης του παρελθόντος.

Γι αυτό η πρόκληση του σήμερα είναι πως κάθε τόπος, ανθίσταται στα νέα δεδομένα και πως αξιοποιεί τις σύγχρονες δυνατότητες που έφεραν οι νέες τεχνολογίες, προς όφελος μιας ανάπτυξης με επίκεντρο τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Κι εδώ πρέπει να πούμε πως άλλοι λαοί, άλλες περιοχές, πέτυχαν μια ζηλευτή εξισορρόπηση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Αντίθετα η σημερινή εικόνα της Ρόδου καθόλου δεν μας κολακεύει. Είναι ένα νησί που έχασε και αλλοίωσε σοβαρά τη φυσιογνωμία του και που η βασική και μοναδική του παραγωγική δραστηριότητα, ο τουρισμός, περνά σοβαρότατη όχι περιστασιακή αλλά δομικής μορφής κρίση.

Βλέπουμε τελικά ότι η σημερινή Ρόδος έχει δύο όψεις διαμετρικά αντίθετες. Είναι η Ρόδος που κληρονομήσαμε η οποία μας συντηρεί και η Ρόδος των τελευταίων ετών που δρα ανασταλτικά, υποθηκεύοντας το μέλλον της.

Σήμερα ευτυχώς πληθαίνουν και στο νησί μας οι φωνές για μια άλλη πορεία. Γίνεται πια συνειδητό σε όλο και περισσότερους συμπολίτες μας και φορείς, ότι τα συσσωρευμένα προβλήματα της περιοχής, η οικονομική κρίση, η οικολογική κρίση, η κοινωνική κρίση, υπαγορεύουν επειγόντως ριζική αλλαγή πλεύσης.

Το αναπτυξιακό μέλλον της Ρόδου θα εξαρτηθεί από την ικανότητα μας να συνδυάσουμε αρμονικά τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα αφ’ ενός – φύση, πολιτισμός – που θα πρέπει να αναδείξουμε και από τη δημιουργική αξιοποίηση της γεωπολιτικής μας θέσης αφ’ ετέρου στην ανατολική Μεσόγειο, ανάμεσα σε 3 ηπείρους.

Και σήμερα η Ρόδος πρέπει να αναδείξει τον υπερτοπικό, το διεθνή της χαρακτήρα. Ο τουρισμός είναι ένα κεκτημένο μέσα από το οποίο η Ρόδος μπορεί να προβάλλεται, όχι μόνο σαν τόπος ανάπαυσης, αλλά και επικοινωνίας.

Άρρηκτα δεμένη με αυτούς τους στόχους και δεσμευτική προϋπόθεση είναι μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το περιβάλλον και την πολιτιστική κληρονομιά.

Απ’ όλη την προηγούμενη σύντομη ανάλυση προκύπτει ξεκάθαρα ότι η σημερινή Ρόδος πληρώνει το τίμημα της έλλειψης οραμάτων, σχεδιασμού και προγραμματισμού.

Υπήρξαν βέβαια ιδέες, προτάσεις καθώς και ενέργειες προς τη σωστή κατεύθυνση. Ήταν όμως οι περισσότερες αποσπασματικές, χωρίς συνοχή, ανοργάνωτες είτε δεν ολοκληρώθηκαν.

Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι χωρίς σαφείς αναπτυξιακούς στόχους που θα ενσωματώνουν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη την περιβαλλοντική διάσταση και κατ’ επέκταση και σε συνδυασμό με την αναγκαία χωροταξική οργάνωση τα συσσωρευμένα προβλήματα που κληρονομήσαμε όχι μόνο θα αναπαράγονται αλλά και θα οδηγήσουν σε νέα αδιέξοδα.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε επιτέλους τι ανάπτυξη θέλουμε, τι θα κάνουμε για την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος, τι τουρισμό έχουμε ανάγκη.

Η πρόταση που κατατέθηκε, στα πλαίσια της συζήτησης της ΕΧΜ για την σύσταση Οργανισμού Ρυθμιστικού νήσου Ρόδου είναι ασφαλώς μια θετική εξέλιξη.

Αναγνωρίζει κατ’ αρχή το ενιαίο του νησιωτικού χώρου της Ρόδου και των προβλημάτων που την απασχολούν και θέτει τις βάσεις για το αναγκαίο συντονισμό των δράσεων στα πλαίσια μιας ενιαίας στρατηγικής βιώσιμης ανάπτυξης.

Σ’ αυτό το σχεδιασμό οι στόχοι της ποιοτικής ανάπτυξης οφείλουν να πάρουν τη θέση της ποσοτικής ανάπτυξης – που χαρακτήρισε την μεταπολεμική Ρόδο.

Ελπιδοφόρες επίσης για το μέλλον του νησιού είναι και οι προτάσεις της μελέτης UNEP (CAMP: The island of Rhodes) που χαρακτηρίζονται προστατευταία 115.000 στρ. περιοχών αρχαιολογικών χώρων, φυσικού κάλλους, σημαντικών βιοτόπων και οικοσυστημάτων καθώς και οι αντίστοιχες του δικτύου NATURA 2000 που καλύπτουν 245.000 στρ. στις περιοχές Ατταβύρου, Προφήτη Ηλία και Απολλακιάς.

Επιβάλλεται τέλος η προστασία του συνόλου των δασικών εκτάσεων: υφιστάμενων 570.000 στρ. και αναδασωτέων 200-300.000 στρ.

Συμπερασματικά είναι σαφές ότι για να προχωρήσουμε πρέπει να αλλάξουν πολλά.

Η πολιτεία έχει ασφαλώς την πρώτη ευθύνη.

Εναπόκειται όμως στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους κοινωνικούς φορείς του τόπου, που ζουν αμεσότερα τα προβλήματα να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να προωθήσουν την άλλη αντίληψη, να παρέμβουν με τεκμηριωμένες θέσεις και με αποφασιστικότητα στα τοπικά πράγματα και να εμπνεύσουν τους πολίτες, ώστε οι αλλαγές, που απαιτούν ριζικές ανατροπές νοοτροπίας και κατεστημένων δομών, να προχωρήσουν. Οφείλουμε με δυό λόγια να εκσυγχρονισθούμε, με την ουσιαστική έννοια της λέξης.

Ένα πολύ μικρό παράδειγμα είναι η προσπάθεια που ξεκίνησε πριν 5 χρόνια περίπου στο Δήμο της Ρόδου, με τη σύσταση της Δ/νσης Πολεοδομίας, με στόχο να δώσει μια διαφορετική, μια άλλη διάσταση στην ανάπτυξη της πόλης όπου φυσικά η μέριμνα για την προστασία του περιβάλλοντος θα είχε μια ξεχωριστή θέση.

Στα πλαίσια αυτά δόθηκε έμφαση αφ’ ενός στην ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, την προστασία των παραδοσιακών συνοικιών – των Μαρασιών – και αφ’ ετέρου στον ουσιαστικό έλεγχο της οικιστικής δραστηριότητας.

Ανάμεσα στα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν ήταν το ξεκίνημα μιας φιλόδοξης προσπάθειας για την αναβάθμιση – ανάπλαση του κέντρου της πόλης. Για το σκοπό αυτό εκδόθηκε μάλιστα και σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο. Τα πρώτα αποτελέσματα υπήρξαν πράγματι ενθαρρυντικά. Στα πλαίσια αυτά κατεδαφίστηκε με συναινετικές διαδικασίες το μεγαλύτερο ποσοστό των αντιαισθητικών αυθαιρέτων κατασκευών που είχαν κατακλείσει τις πρασιές.

Φυσικά πολλά ακόμα απομένουν να γίνουν και κυρίως όσον αφορά τις αναγκαίες παράλληλες δράσεις για την ανασυγκρότηση της περιοχής ενώ δεν υπάρχει ακόμα το απαραίτητο οργανωτικό σχήμα για το συντονισμό των ενεργειών.

Οι προσπάθειες αυτές δείχνουν ότι πάρα πολλά εξαρτώνται από τις τοπικές κοινωνίες και από τη βούληση να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Εναπόκειται ακόμα στις υπηρεσίες που έχουν σχετικές αρμοδιότητες να τις αξιοποιούν κατά τρόπο δημιουργικό.

Και είναι βέβαιο πως τέτοιες πρωτοβουλίες, ενταγμένες σ’ ένα συνολικότερο σχεδιασμό, μπορούν να παίξουν έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη του τόπου, ξεπερνώντας ως ένα βαθμό γενικότερες αδυναμίες και ανασταλτικούς παράγοντες.

Παπαχριστολούλου Γιάννης
Αρχιτέκτονας
Δ/ντής Πολεοδομίας Δήμου Ροδίων